- Advertisement -

ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

της Αρτεμίου Αναστασίας

Μια λέξη προκαλεί στο μυαλό αντιδράσεις ήχους, εικόνες, αναλογίες, σημασίες, όνειρα, κίνηση και αυτά ξυπνούν εμπειρία και μνήμη, φαντασία και ασυνείδητο.

Η εκφραστική ανάγνωση είναι η προσπάθεια να αποδώσει κανείς και να μεταφέρει στον ακροατή όχι μόνον το κείμενο που διαβάζει αλλά και την ερμηνεία του. Για το λόγο αυτό, για να διαβάσει κανείς εκφραστικά πρέπει να έχει κατανοήσει ουσιαστικά

–         το νόημα του κειμένου
–         την ατμόσφαιρά του
–         το θεματικό πυρήνα
–         τα κύρια / δευτερεύοντα στοιχεία
–         τους χαρακτήρες
–         τα συναισθήματα
–         το σκοπό του συγγραφέα
Όσο πληρέστερα κατανοεί κανείς, αλλά και όσο περισσότερο αγαπά ένα κείμενο, τόσο καλύτερα μπορεί να το αποδώσει με τη φωνή του, δηλαδή να το διαβάσει ερμηνεύοντάς το. Η εκφραστική ανάγνωση απαιτεί την προσωπική συμβολή του αναγνώστη (Σακελλαρίου, 2006).

Πώς την πετυχαίνω

Κύριο μέσο: Η ΦΩΝΗ
–         χρωματισμός της φωνής
–         τόνος / ύφος
–         ένταση φωνής
–         ρυθμός
–         επιβράδυνση / επιτάχυνση
–         μικρές ή μεγάλες παύσεις
–         ξαφνικές διακοπές
–         επαναλήψεις
–         αλλαγή προφοράς

Άλλα μέσα:
–         η έκφραση του προσώπου
–         το βλέμμα
–         η κίνηση του κεφαλιού (Holme, 1991).

Τι δεν είναι η ερμηνευτική ανάγνωση

Συχνά διαβάζει κανείς ένα κείμενο με τρόπο ουδέτερο, στεγνό, μεταφέροντας απλά και μόνον τον ήχο των λέξεων που είναι καταγεγραμμένες στο χαρτί. Όποιο και αν είναι το περιεχόμενο του κειμένου, η ανάγνωση είναι τυπική και ομοιόμορφη από την αρχή μέχρι το τέλος. Με άλλα λόγια ο αναγνώστης δε συμμετέχει καθόλου στη διαδικασία της απόδοσης του κειμένου. Η φωνή του είναι ένα απλό μηχανικό μέσο, για να ακουστούν οι λέξεις.

Η ερμηνευτική ανάγνωση δεν είναι αναπαράσταση, δεν είναι δραματοποίηση. Οι χειρονομίες ή οι μετακινήσεις με τις οποίες εκφράζονται οι ηθοποιοί, δηλαδή η θεατρική παρουσίαση ενός κειμένου αλλοιώνει το χαρακτήρα της ανάγνωσης και γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγεται. Όταν διαβάζει κανείς μπροστά στο κοινό, πρέπει να έχει οπτική επαφή με το ακροατήριο, πρέπει να δείχνει ότι το κείμενο έχει συγκεκριμένο αποδέκτη. Επιτρέπεται λοιπόν ή και επιβάλλεται  να κοιτάζει κατά καιρούς το κοινό, σηκώνοντας τα μάτια από το κείμενο. Δεν πρέπει όμως σε καμιά περίπτωση να δίνει την εντύπωση ότι έχει αποστηθίσει το κείμενο ή ότι το παρουσιάζει θεατρικά (Iser, 1990).

Tι είναι η ρητορική

«… είναι η τέχνη του «καλῶς λέγειν», δηλαδή του λόγου που χαρακτηρίζεται από γραμματική αρτιότητα, αισθητική ομορφιά, ηθική αξία και πρακτική αποτελεσματικότητα» (Pernot, 2005: 7)

«η μελέτη του πώς θα πρέπει να συντίθεται με λόγια οτιδήποτε, είτε προφορικώς είτε γραπτώς» (MacDowell, 2003: 17)

 

Ειδικότεροι στόχοι της Εκφραστικής ανάγνωσης

  • Δυνατότητα σωστής απόδοσης και χρήσης της στίξης
  • Γνωριμία με ποικίλα είδη ύφους
  • Ανάπτυξη οπτικής επαφής με το κοινό
  • Επαφή με βασικούς κανόνες ορθοφωνίας
  • Συνειδητοποίηση ιδιαίτερων ικανοτήτων και ατομικών αδυναμιών στην εκφορά του λόγου (Turner, 1995).

Πρόσωπο – σώμα – χέρια = «ὑπόκρισις»

Ο Δημοσθένης, όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο πιο σημαντικό μέρος της ρητορικής τέχνης, απάντησε και τις τρεις φορές «υπόκρισις».

Και ο Κικέρωνας επίσης έλεγε ότι «Η ρητορεία χωρίς υπόκρισιν είναι μηδέν· αλλά η υπόκρισις και χωρίς ρητορεία είναι μέγα».

Στον Άμλετ του Σαίξπηρ ο ήρωας δίνει τις εξής συμβουλές στους ηθοποιούς:

«Να λέτε τα λόγια σας, παρακαλώ, καθώς σας τα πρόφερα εγώ, να γλιστράνε στη γλώσσα… Μα αν τα παίζετε στο στόμα, καθώς τα κάνουν πολλοί από εσάς τους θεατρίνους, προτιμώ να ειπεί τους στίχους μου ο δημόσιος κήρυκας.

Ούτε να πριονίζετε τον αέρα τόσο πολύ με το χέρι σας, έτσι, παρ’ όλα σας να τα κάνετε με χάρη, γιατί ακόμη και στον χείμαρρο, στη θύελλα και θα ’λεγα στον ανεμοστρόβιλο του πάθους πρέπει να μάθετε να κρατάτε κάποια μετριοπάθεια, που να το μαλακώνει (…). Ούτε πάλι να παραείστε κρύοι, παρ’ αφήστε να σας κυβερνάει η κρίση σας η ίδια. Εκείνο που κάνετε πρέπει να συμφωνεί με εκείνο που λέτε, κι εκείνο που λέτε μ’ εκείνο που κάνετε με την ξέχωρη τούτη παρατήρηση: να μην ξεπερνάτε το μέτρο της φύσεως».

Αν μιλάμε σωστά, κάνουμε ακόμη πιο πειστικό το λόγο μας. Γενικά πρέπει να ακουγόμαστε φυσικοί, φιλικοί, ψύχραιμοι. Βασικό χαρακτηριστικό του προφορικού λόγου πρέπει να είναι η ποικιλία, που προκαλεί ζωντανό και ενδιαφέρον άκουσμα. Μια μονότονη ομιλία λειτουργεί μόνο ως υπνωτικό (Iser, 1991).

Φωνή

Καλό είναι να νιώθουμε συνέχεια ότι κάθε λέξη μας αξίζει την προσοχή του κοινού μας, γι’ αυτό και πρέπει να την ακούει δυνατά, καθαρά και να τη συνοδεύουμε με τις κατάλληλες κινήσεις του σώματός μας.

Η ανακολουθία λέξεων και χειρονομιών μπορεί να γίνει ιδιαίτερα ενοχλητική και βαρετή ή να προκαλέσει και το γέλιο.

Το πρόσωπο και το σώμα μας πρέπει να είναι φορείς της σημασίας που δίνουμε στις λέξεις μας και να εκφράζουν τα συναισθήματά μας. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να προδίδουν την αμηχανία ή το φόβο μας. Το κοινό θα αρχίσει να αμφιβάλλει για εμάς και για όσα λέμε, ακόμη και αν είναι απολύτως σωστά.

Ρυθμός: αρμονικό ανέβασμα – κατέβασμα, ελεγχόμενη ταχύτητα, ακόμη κι αν τελειώνει ο χρόνος. Δεν πρέπει ποτέ να λαχανιάζουμε, αναπνέουμε πάντα φυσιολογικά.

Ένταση και δύναμη: ανάλογη του χώρου, σύνδεση με λόγο: άνοδος: δηλώνει έντονη βούληση, συνήθως είναι ενοχλητική, σταθερότητα: επιτρέπει τη λογική ανάλυση όσων λέγονται, κάθοδος ή/και παύση: φορτίζει συναισθηματικά.

Χροιά (χρώμα) και τόνος: Η χροιά πρέπει να είναι κατάλληλη για τη δημιουργία ζεστής, ατμόσφαιρας (φωνή τραχεία, παράφωνη, βραχνιασμένη, κακόηχη και ό,τι σχετικό αποτελεί πρόβλημα). Οι τόνοι είναι ο βαρύς, ο μέσος και ο οξύς. Το σωστό είναι να γίνονται εναλλαγές από τον μέσο στους άλλους για να δοθεί έμφαση (οξύς) ή να δημιουργηθεί συναίσθημα (βαρύς).

Προφορά: καθαρή άρθρωση, να ακούγονται όλες οι συλλαβές, να αποφεύγονται ενοχλητικοί ήχοι του στόματος.

Γενικά η ομιλία πρέπει να βγαίνει αβίαστα, χωρίς κομπιάσματα και οπωσδήποτε χωρίς το ενοχλητικό μακρόσυρτο «εεε».

Παύση: τέχνασμα για να προκαλέσει εντύπωση με όσα ακολουθούν, μια μορφή έμφασης

Στακάτο:  συλλαβιστή εκφορά λέξης ή λέξεων |κα – τα – λα – βες|  (Turner, 1995).

Ορθοφωνία

Όταν μιλάμε ή όταν τραγουδάμε θα πρέπει κάθε μας λέξη να ακούγεται καθαρά, ώστε να μη προβληματίζει τον συνομιλητή μας ή το ακροατήριο που μας ακούει.
Στη φωνητική τα χείλη ονομάζονται διαμορφωτής, γιατί αλλάζοντας διάφορα σχήματα δίνουν μορφή σε ένα συνεχόμενο ήχο που παράγουν οι φωνητικές χορδές, με αποτέλεσμα να δημιουργούμε λέξεις, λόγο, τραγούδι κλπ.
Φανταστείτε πόσο κακό κάνουμε όταν δεν ανοίγουμε σωστά το στόμα μας.
Οι φθόγγοι που χρησιμοποιούμε στη φωνητική είναι οι: Α, Ε, Ι, Ο , ΟΥ

Φθόγγοι και πώς ανοίγουμε το στόμα μας

Κατά την προφορά του Α το στόμα πρέπει να είναι τελείως ανοιχτό, προς τα κάτω.

Πιο απλά θα έλεγα, όπως όταν χασμουριόμαστε.

Κατά την προφορά του Ε ανοίγουμε το στόμα δημιουργώντας ένα πλατύ χαμόγελο.

Οι οδοντοστοιχίες να βρίσκονται σε απόσταση ενός εκατοστού του μέτρου (1cm) περίπου.

Κατά την προφορά του Ο το στόμα ανοίγει προς τα κάτω, παίρνοντας το σχήμα του αυγού.

Κατά την προφορά του Ι ανοίγουμε το στόμα δημιουργώντας και εδώ ένα χαμόγελο.

Οι οδοντοστοιχίες να βρίσκονται σε απόσταση τέσσερα χιλιοστά του μέτρου (4μm) περίπου.

Κατά την προφορά του ΟΥ ανοίγουμε το στόμα δημιουργώντας μια τρύπα με τα χείλη μας προς τα έξω με διάμετρο δύο εκατοστά του μέτρου (2cm) περίπου.

Αρχίζουμε την τοποθέτηση των φθόγγων κάνοντας τα σχήματα με το στόμα, χωρίς να τα προφέρουμε, για δέκα λεπτά περίπου τον κάθε φθόγγο.
Στη συνέχεια ξεκινάμε να τους προφέρουμε αναζητώντας ένα καθαρό άκουσμα οπωσδήποτε χωρίς να κουράζουμε το λαιμό μας.

Επαναλαμβάνουμε την ίδια διαδικασία με λέξεις που να αρχίζουν από α, ε, ι, ο, ου π.χ

Άλογο – Άροτρο – Αύριο

Έρανος – Έλατο -Έζησα

Ήρθε – Ήλιος – Είναι

Όρνιθα – Όλα – Όζον

Ουρανός – Ούζο – Ούτε

Οι ασκήσεις αυτές πρέπει να επαναλαμβάνονται καθημερινά (Brown & Yule, 1983).

Πρόσωπο

  • Αποπνέει αυτοπεποίθηση και σιγουριά
  • Εκφράζει όλα τα συναισθήματα που συνδέονται με όσα λέμε (απορία, ανησυχία, ειρωνεία – εκλεπτυσμένη πάντα, νεύρο – συγκρατημένο, ένταση κ.λπ.) υπογραμμίζοντας τις σκέψεις μας
  • Συγκρατημένο χαμόγελο
  • Δεν κάνουμε απότομες κινήσεις δεξιά ή αριστερά
  • Δεν φανερώνουμε ποτέ με κινήσεις αμηχανίας την έλλειψη επιχειρημάτων ή την ανησυχία μας

Βλέμμα

  • διεισδυτικό, ειδικά όταν θέλουμε να προβληματίσουμε, αλλά όχι αδιάκριτο και ενοχλητικό.

Σώμα

  • Αρμονία κινήσεων – ούτε υπερκινητικότητα ούτε ακινησία
  • Αποφυγή επαναλαμβανόμενων κινήσεων, π.χ. το να παίζουμε με τα μαλλιά μας
  • Ευθυτενής στάση σώματος – το καμπούριασμα δεν αποπνέει αυτοπεποίθηση
  • Δεν γυρνάμε πλάτη στο ακροατήριο ούτε το κοιτάμε πλαγίως
  • Κινούμαστε σε έναν σταθερό άξονα, δεξιά-αριστερά, αργά και σταθερά
  • Δεν κινούμαστε στα σημαντικά σημεία του λόγου, τα οποία θέλουμε να εντυπωθούν στο ακροατήριο (White, 1998).

Χέρια

  • Ζωντανεύουν τα λόγια μας και βοηθούν στην εντονότερη μετάδοση των ιδεών μας
  • Η κίνηση των χεριών μας είναι αυθόρμητη, φυσική, λιτή και δικαιολογημένη
  • Δεν πρέπει να τα απομακρύνουμε πολύ από το υπόλοιπο σώμα κάνοντας υπερβολικές κινήσεις
  • Δεν βάζουμε χέρι στις τσέπες ή πίσω μας (Bialystok,1981).

 

Η γνώση της γλώσσας επικοινωνεί τη σκέψη, τις επιθυμίες και τα συναισθήματά μας στους γύρω μας. Το βιβλίο έχει κρυμμένους θησαυρούς. Μιλάμε και δυναμώνουμε. Επικοινωνούμε αποτελεσματικά. Ταξιδεύουμε με τις λέξεις. Μιλάμε όμορφα.  Γράφουμε καλύτερα. Σκεφτόμαστε κριτικά. Σκαφτόμαστε Δημιουργικά. Παράγουμε τεκμηριωμένο Λόγο. Παράγουμε Δημιουργικό Λόγο. Η Γλώσσα γίνεται από δυνατότητα Δύναμη.

Στεκόμαστε μπροστά σε κοινό.  Μιλάμε με αυτοπεποίθηση. Γινόμαστε πρωταγωνιστές.  Εμπνέουμε και εμπνεόμαστε μέσα από το λόγο. Κάνουμε διάλογο διεκδικώντας κανόνες. Εντασσόμαστε σε ομάδα, εκφράζουμε τη γνώμη μας, μπαίνουμε στα παπούτσια του άλλου, γινόμαστε διαλλακτικοί, ακούμε, σκαφτόμαστε, κρίνουμε, πείθουμε. Απελευθερώνουμε τη φαντασία μας. Γινόμαστε Δημιουργικοί Άνθρωποι (Ροντάρι, 2003).

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Your email address will not be published.