- Advertisement -

ΜΥΡΩΔΙΕΣ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ

Πάντα μου άρεζε να ξυπνάω νωρίς το πρωί από τη μυρωδιά του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού που έρχονταν από την κουζίνα. Η ώρα που η μαμά μαγείρευε ήταν η ώρα που έπρεπε να σηκωθώ για το σχολείο.

Αν είσαι Μικρασιάτισσα δεν υπάρχει περίπτωση να φτιάξεις φαγητό χωρίς να τσιγαρίσεις κρεμμύδι, να το «φοβερίσεις λίγο» όπως λέει η μαμά μου «ίσα που να ξανθύνει». Η δε γιαγιά έλεγε «γυναίκα που τα χέρια της δε μυρίζουν κρεμμύδι, δεν είναι νοικοκυρά».

Στον πάγκο πάνω φρεσκοπλυμένα και ψιλοκομμένα μυρωδικά χόρτα, μπαχάρια και ντομάτα αποθηκευμένη στο βάζο από το καλοκαίρι. Τι χαμός γινόταν όταν φτιάχναμε σάλτσες τα καλοκαίρια! Να τρίψουμε τις ντομάτες στον τρίφτη, να ετοιμάσουμε τα βάζα, να τα βάλουμε να βράσουν.

Μην πω για τον τραχανά. Ολόκληρη ιεροτελεστία. Αφήναμε το γιαούρτι να ξινίσει. Το βράζαμε με αλεύρι, το πλάθαμε μικρά μπαλάκια και το απλώναμε να στεγνώσει για να τον τρίψουμε μετά στο κόσκινο. Μας φώναζε η μαμά να μην σηκώνουμε σκόνη στον απλωμένο τραχανά αλλά πού εμείς.

Μόλις ξυπνούσαμε λοιπόν, τρέχαμε μέσα στην κουζίνα ξυπόλητοι να ζεσταθούμε γιατί εκεί άναβε η θερμάστρα από τα χαράματα. Επάνω της είχε ήδη βάλει η μαμά φέτες ψωμί να τις φρυγανίσει και να αλείψει βούτυρο για πρωινό. Πόσο νόστιμες ήταν εκείνες οι φέτες, τραγανές, ζεστές με το βούτυρο να λιώνει πάνω τους.

Το βραδάκι, ο μπαμπάς θα χάραζε κάστανα και θα τα έβαζε να ψηθούν. Το πυρακτωμένο μαντέμι άνοιγε την καστανή φλούδα, χρύσιζε την άσπρη σάρκα και γέμιζε την κουζίνα με χειμωνιάτικες μυρωδιές. Κάθε μυρωδιά και μια ανάμνηση. Κάθε ανάμνηση και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με πολύχρωμα συναισθήματα.

Το τραπέζι πάντα στρωμένο με κεντητό τραπεζομάντηλο κι από πάνω ένα διαφανές νάιλον για μην λεκιαστεί, η καντήλα πάντα αναμμένη κι ένα καναρίνι στο μπαλκόνι να μας κρατά συντροφιά.

Τις Κυριακές τα πρωινά η μαμά άνοιγε φύλλο για πίτα. Μου έδινε κι εμένα τον πλάστη να μάθω. Γέμιζα αλεύρι από πάνω μέχρι κάτω αλλά με πείσμα επέμενα να ανοίξω το φύλλο μου. Κι ύστερα, να τσιγαρίσουμε το σπανάκι, να ψιλοκόψουμε φρέσκο κρεμμυδάκι να βάλουμε και λίγο τυράκι. Άλειμμα με λάδι μετά η πίτα με το πινελάκι και  στο φούρνο.

Κατόπιν, ετοιμάζαμε το γλυκό για το μεσημεριανό τραπέζι, χαλβά σιμιγδαλένιο. Θα θυμάσαι μου έλεγε η μάνα μου 4-3-2-1. «Τι μετράς βρε μάνα» έλεγα. «4 ποτήρια νερό, 3 ζάχαρη, 2 σιμιγδάλι, 1 σπορέλαιο» έλεγε εκείνη. Κι η μυρωδιά του καβουρδισμένου σιμιγδαλιού μας ταξίδευε στην Ανατολή.

Τη μεγάλη εβδομάδα ζυμώναμε τα τσουρέκια μας. Η μαμά έκανε από νωρίς το ζυμάρι και το σκέπαζε με κουβέρτες να κρατηθεί ζεστό και να φουσκώσει. Όταν ήταν έτοιμο φώναζε και τα παιδιά από τη γειτονιά και έδινε από ένα κομμάτι ζυμάρι στον καθένα.

Καθόμασταν γύρω από το τραπέζι και φτιάχναμε τη δική μας πασχαλινή κουλούρα. Τα τσουρέκια των παιδιών ήταν τα πρώτα που φουρνίζονταν. Με τι λαχτάρα θυμάμαι κοιτάζαμε από το τζάμι του φούρνου πόσο θα φουσκώσει το δημιούργημά μας.

Και τι μεγάλος πειρασμός να μην μπορούμε να δοκιμάσουμε αφού νηστεύαμε για να κοινωνήσουμε τη Μεγάλη Πέμπτη.

Κι όταν ερχόταν το καλοκαιράκι, το σπίτι γέμιζε από τις μυρωδιές τηγανητής μελιτζάνας και πιπεριάς για το παραδοσιακό τουρλού, του γαύρου σαγανάκι με μπόλικο λεμόνι και καυτερή πιπεριά και των λαχταριστών γεμιστών με αρωματικό μαϊντανό και φρέσκια ντομάτα.

Τα απογεύματα όταν έπεφτε ο ήλιος, φτιάχναμε μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού. Ροδάκινα, βερίκοκα, σταφύλια, σύκα, κεράσια πλυμένα, γυαλισμένα, χωρίς κουκούτσια έτοιμα για την κατσαρόλα. Αγαπημένο μου γλυκό το φιρίκι.

Ένα μικρό μηλαράκι καθαρισμένο γύρω γύρω και στη μέση ένα ή και δυο άσπρα μελωμένα αμύγδαλα.

Κι έτσι, με μεράκι και πολλές μαγειρικές, η κουζίνα της μαμάς γέμισε μυρωδιές, φώτισε από χρώματα, έφτιαξε αναμνήσεις, έπλασε χαρακτήρες και κράτησε ευτυχισμένη μια ολόκληρη οικογένεια.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Your email address will not be published.